Αρχική › Οι τεχνικές που έμαθα › Επισκευή › Η επισκευή σκισμένου φύλλου
Η επισκευή σκισμένου φύλλου
Η επισκευή ενός σκισμένου φύλλου είναι από τις πιο συχνές δουλειές μου, γιατί τα περισσότερα βιβλία που φέρνω από το παζάρι της Κυριακής έχουν τουλάχιστον μια σελίδα σκισμένη. Στο δωμάτιο των έξι τετραγώνων παίρνω ένα κομμάτι χαρτί ίδιου πάχους, το κολλάω από πίσω και το αφήνω να στεγνώσει κάτω από μια σανίδα. Αν το κάνω αργά, το φύλλο κρατάει χρόνια, αν βιαστώ, ξανανοίγει το σκίσιμο σε λίγες βδομάδες.
Με λίγα λόγια
- Βρίσκω χαρτί ίδιου πάχους με το σκισμένο φύλλο, ούτε πιο χοντρό ούτε πιο λεπτό.
- Κόβω μια λωρίδα πλατύτερη από το σκίσιμο κατά δυο εκατοστά από κάθε πλευρά.
- Αραιώνω την κόλλα με νερό, για να μην μουσκεύει και να μαζεύει το φύλλο όταν στεγνώνει.
- Κολλάω το μπάλωμα από πίσω, το ισιώνω με το δάχτυλο και βάζω χαρτί ανάμεσα πριν την πρέσα.
- Αφήνω το φύλλο να στεγνώσει κάτω από μια ελαφριά σανίδα μια νύχτα, όχι μόνο λίγα λεπτά.
Τι χαρτί διαλέγω
Για το μπάλωμα ψάχνω ένα χαρτί ίδιου πάχους με το φύλλο που επισκευάζω, γιατί αν είναι πιο χοντρό κάνει καβούκι και αν είναι πιο λεπτό ξεφεύγει η άκρη. Το παίρνω από τα περιθώρια που πετάει το φωτοτυπείο κάθε Παρασκευή, και κρατάω μια στοίβα διπλωμένη σε χάρτινη θήκη, μακριά από τον βορινό τοίχο που βρέχει τον χειμώνα. Στα Χανιά, στο δωμάτιο των έξι τετραγώνων, το χαρτί αυτό είναι πάντα στο χέρι μου όταν ανοίγω ένα βιβλίο από το παζάρι.
Κόβω τη λωρίδα με το κοπίδι πάνω σε μια σανίδα, πλατύτερη από το σκίσιμο κατά δυο εκατοστά από κάθε πλευρά, για να πιάνει σε σώο χαρτί και όχι μόνο πάνω στο σκισμένο. Αν την κόψω ίσια στο μέγεθος της τρύπας, το μπάλωμα γλιστράει και βγαίνει αργότερα από τη μέση. Μετράω με τον χάρακα πριν κόψω, γιατί το μάτι μου τα χαντακώνει όταν βιάζομαι το βράδυ και το φως λιγοστεύει.
Η κόλλα και το αραίωμα
Χρησιμοποιώ την ίδια λευκή κόλλα που βάζω και στα υπόλοιπα, αλλά την αραιώνω με λίγο νερό μέσα σε ένα παλιό βαζάκι πριν αγγίξω το φύλλο. Το σκισμένο χαρτί είναι αδύναμο και αν του ρίξω κόλλα πυκνή, το μουσκεύει, μαζεύεται και ζαρώνει όταν στεγνώνει. Με το αραιωμένο πινέλο περνάω μια λεπτή στρώση μόνο πίσω από το σκίσιμο, όχι σε όλη τη σελίδα, για να μείνει το υπόλοιπο φύλλο ίσιο.
Πλένω το πινέλο αμέσως μετά, γιατί τα δυο που δεν τα έπλυνα έγιναν πέτρα και τα πέταξα. Τον Φεβρουάριο, με το καλοριφέρ αναμμένο στο διπλανό δωμάτιο, η κόλλα πιάνει γρήγορα και πρέπει να βιάζομαι λιγότερο, ενώ τον Αύγουστο η υγρασία κρατάει το φύλλο μαλακό και έχω τον χρόνο να ισιώσω το μπάλωμα με το δάχτυλο. Το αραίωμα το έμαθα όταν ένα φύλλο μου μαζεύτηκε σαν χαρτόνι μετά το στέγνωμα.
Το κόλλημα από πίσω
Γυρίζω το φύλλο από την πλάτη και ακουμπάω το μπάλωμα πάνω στο σκίσιμο, προσέχοντας οι άκρες του να εφαρμόζουν με το υπόλοιπο χαρτί χωρίς να προεξέχουν. Το πατάω με το δάχτυλο από το κέντρο προς τα έξω, όπως κάνω και με το ύφασμα, για να μην μείνει φυσαλίδα από κάτω που θα φαινόταν μετά μπροστά. Αν το μπάλωμα γλιστρήσει, το ξεκολλάω αμέσως με λίγο νερό και το ξαναβάζω, γιατί αν στεγνώσει στραβά μένει για πάντα.
Στα Χανιά κρατάω πάντα ένα λεπτό χαρτί δίπλα, για να το βάλω ανάμεσα στο μπάλωμα και στη σανίδα όταν πιέσω. Το χαρτί το παίρνω από τα περιθώρια του φωτοτυπείου, αυτά που αλλιώς θα πήγαιναν στον κάδο, και το διπλώνω στη μέση για να είναι έτοιμο. Έτσι το φύλλο δεν κολλάει πάνω στο ξύλο και δεν ξεφλουδίζει όταν το σηκώνω το πρωί από την πρέσα.
Η πρέσα και η ώρα
Βάζω το βιβλίο κάτω από μια ελαφριά σανίδα, όχι τα οκτώ τούβλα που χρησιμοποιώ για ολόκληρο εξώφυλλο, γιατί το ένα φύλλο δεν θέλει τόσο βάρος. Αρκεί μια σανίδα με δυο τούβλα πάνω της, και το αφήνω μια νύχτα, όχι μόνο λίγα λεπτά όπως νόμιζα στην αρχή. Την πρέσα την έχω στο τραπέζι της γιαγιάς μου, που το ένα πόδι του είναι λίγο στραβό και το μαθαίνεις μετά από καιρό δουλειάς.
Αν σηκώσω το βιβλίο πριν στεγνώσει το μπάλωμα, το φύλλο ξανανοίγει στο ίδιο σημείο και η δουλειά πάει χαμένη. Τον Αύγουστο, που η υγρασία κρατάει το χαρτί μαλακό μέχρι το πρωί, αφήνω το φύλλο και δεύτερη μέρα αν χρειαστεί, για να είμαι σίγουρη. Τον Φεβρουάριο πάλι στεγνώνει σε τρεις ώρες, αλλά προτιμώ να το αφήνω ολόκληρη νύχτα, γιατί η βιασύνη είναι που χαλάει την επισκευή στο τέλος.
Τι δεν αγγίζω
Δεν πειράζω ποτέ βιβλίο που έχει αξία για κάποιον άλλον, γιατί το σκίσιμο σε ένα παλιό ή οικογενειακό βιβλίο θέλει χέρι συντηρητή και όχι το δικό μου. Ένα βιβλίο του 1920 ή ένα λεύκωμα με φωτογραφίες το αφήνω έξω από το δωμάτιό μου και το πάω σε συντηρητή, ή λέω όχι αν μου το ζητήσουν. Ό,τι επισκευάζω είναι δικό μου, αγορασμένο μεταχειρισμένο από το παζάρι της Κυριακής, και αν πάει στραβά δεν χάνω τίποτα.
Δεν μπαίνω ούτε σε φύλλα που έχουν χαθεί ολόκληρα, γιατί το να βάλω καινούργιο χαρτί σε βιβλίο που δεν είναι δικό μου αλλάζει το σώμα του οριστικά. Για τα δικά μου βιβλία που λείπει μια σελίδα, γράφω στο τετράδιο καταγραφής τι έλειπε, αλλά δεν προσθέτω τίποτα που να μην μπορώ να γυρίσω πίσω. Η επισκευή στο σπίτι είναι για το διάβασμα, όχι για να μαζέψω παλιά βιβλία, και αυτό το κρατάω στο μυαλό μου κάθε βράδυ.