Βιβλιοδεσία στο Σπίτι

Αρχική Οι τεχνικές που έμαθα Ράψιμο Η κόλληση της ράχης

Η κόλληση της ράχης

Η κόλληση της ράχης είναι το στάδιο που κλειδώνει τον κορμό αφού ραφτεί, και το πιο επικίνδυνο από όλα, γιατί λίγη κόλλα παραπάνω χαλάει όλο το βιβλίο. Στο δωμάτιο των έξι τετραγώνων ανοίγω το πινέλο μόνο όταν είμαι σίγουρη για την ώρα και τον αέρα, γιατί ο βορινός τοίχος καθορίζει πόσο γρήγορα στεγνώνει. Τον Αύγουστο αφήνω το βιβλίο μέρες ολόκληρες, τον Φεβρουάριο μετράω τις ώρες, μα πάντα με το ίδιο λεπτό χέρι.

Με λίγα λόγια

  • Απλώνω μια λεπτή στρώση κόλλας με το πινέλο, όχι χυμένη, για να μην πήξει η ράχη και μείνει το βιβλίο κλειστό.
  • Τρίβω την κόλλα με το δάχτυλο πάνω στη ράχη, ώστε να μπει ανάμεσα στα φύλλα και να μην αφήσει μπαλώματα.
  • Πλένω το πινέλο αμέσως μετά, γιατί αν το αφήσω μια νύχτα γίνεται πέτρα και δεν ξαναχρησιμοποιείται.
  • Αφήνω το βιβλίο κάτω από τις σανίδες με τα τούβλα μέχρι να στεγνώσει η καρδιά του, όχι μόνο η επιφάνεια.
  • Τον Αύγουστο μετράω τις μέρες, τον Φεβρουάριο τις ώρες, γιατί η υγρασία του τοίχου αλλάζει τον χρόνο στεγνώματος.
Η κόλληση της ράχης
Στο τραπέζι της γιαγιάς ένα βιβλίο ανοιχτό με τη ράχη του αλειμμένη, δίπλα ένα φαρδύ πινέλο και ένα δοχείο νερού.

Πώς ανοίγω και απλώνω την κόλλα

Η κόλλα που χρησιμοποιώ είναι μια λευκή, την οποία αραιώνω λίγο με νερό όταν είναι πηχτή, για να περνάει ευκολότερα πάνω στο χαρτί χωρίς να αφήνει βαριά στρώση. Την απλώνω με ένα φαρδύ επίπεδο πινέλο, ξεκινώντας από τη μια άκρη της ράχης ως την άλλη, προσέχοντας να μην την χύσω παραπάνω απ' όσο χρειάζεται. Στο δωμάτιο των έξι τετραγώνων το φως είναι λιγοστό τον χειμώνα, οπότε κοντά στο παράθυρο του βορινού τοίχου κολλάω, για να βλέπω πού πέφτει η κόλλα πάνω στο χαρτί.

Το λάθος που έκανα την πρώτη φορά ήταν να βάλω πολύ, νομίζοντας πως έτσι θα κρατούσε γερά, μα η ράχη έγινε πέτρα και το βιβλίο δεν άνοιγε καθόλου. Από τότε βάζω λίγη, την απλώνω λεπτά, και αφήνω τον χρόνο να κάνει τη δουλειά του ήρεμα, χωρίς να πανικοβάλλομαι μήπως χαλαρώσει. Το τετράδιο καταγραφής μου λέει πάντα ποια κόλλα χρησιμοποίησα και πόση, γιατί η παλάμη δεν θυμάται δόσεις που το χαρτί κρατάει.

Το τρίψιμο με το δάχτυλο

Μετά το πινέλο, περνάω την κόλλα με το δάχτυλο πάνω στη ράχη, τρίβοντάς την απαλά ώστε να μπει ανάμεσα στα φύλλα και να μην αφήσει μπαλώματα που θα σκληρύνουν. Η κίνηση είναι αργή και επαναλαμβανόμενη, γιατί αν την αφήσω μόνο στην επιφάνεια το βιβλίο ανοίγει λίγο και μετά ξανακολλάει στραβά. Στο τραπέζι της γιαγιάς μαθαίνω να κρατάω τον κορμό σφιχτό με το ένα χέρι, ενώ το άλλο τρίβει, γιατί το χαρτί γλιστράει μόλις νιώσει την υγρασία.

Τον Αύγουστο που η υγρασία του βορινού τοίχου πέφτει, η κόλλα μαλακώνει αργά και το δάχτυλο γλιστράει πιο εύκολα, οπότε προσέχω να μην τραβήξω το χαρτί από τη θέση του. Τον Φεβρουάριο πάλι, με το καλοριφέρ αναμμένο, η κόλλα πιάνει σε τρεις ώρες και γίνεται άκαμπτη, οπότε το τρίψιμο πρέπει να γίνει γρήγορα και σωστά με την πρώτη. Το δωμάτιό μου με δίδαξε πως το δάχτυλο ξέρει περισσότερα από κάθε όργανο, αρκεί να το ακούω.

Το πινέλο και το πλύσιμό του

Κρατάω ένα φαρδύ επίπεδο πινέλο μόνο για την κόλλα, και το πλένω αμέσως μετά από κάθε χρήση με νερό, πριν προλάβει να στεγνώσει έστω και λίγο. Τα δυο πινέλα που δεν τα έπλυνα έγιναν πέτρα και τα πέταξα, μάθημα που δεν το ξέχασα ποτέ, γιατί ένα πινέλο χαλασμένο σημαίνει ραφή που δεν τελειώνει. Στο δωμάτιο των έξι τετραγώνων το νερό το κρατάω σε ένα δοχείο δίπλα στο τραπέζι, για να μην τρέχω ως τη βρύση την ώρα που η κόλλα στεγνώνει.

Μετά το πλύσιμο, το αφήνω να στεγνώσει όρθιο με τις τρίχες προς τα πάνω, μακριά από τον βορινό τοίχο που τραβάει την υγρασία και χαλάει τις τρίχες. Το φωτοτυπείο της παλιάς πόλης δεν μου δίνει πινέλα, οπότε τα αγοράζω από το χαρτοπωλείο, ένα τη φορά, και τα φυλάω σε χάρτινη θήκη στο ψηλό ράφι. Η συνήθεια αυτή είναι η μόνη που με έσωσε από το να ξαναχάσω εργαλείο που δεν αντικαθίσταται εύκολα μέσα στο μικρό μου δωμάτιο.

Το στέγνωμα κάτω από τις σανίδες

Μόλις τελειώσω με το πινέλο και το δάχτυλο, βάζω το βιβλίο κάτω από τις δυο σανίδες που τις έχω φορτώσει με οχτώ τούβλα, για να ισιώσει η ράχη και να μην ανοίξει όσο στεγνώνει η κόλλα. Τον Φεβρουάριο, με το καλοριφέρ αναμμένο, το βιβλίο στεγνώνει σε τρεις ώρες και γίνεται άκαμπτο, ενώ τον Αύγουστο, με την υγρασία του βορινού τοίχου, χρειάζεται μέρες ολόκληρες μέχρι να νιώσω πως η καρδιά του στεγνήθηκε και όχι μόνο η επιφάνεια. Αν βιαστώ, το πρωί η ράχη θα έχει ανοίξει λίγο και θα γέρνει.

Στο ψηλό ράφι αφήνω τα κολλημένα βιβλία να ξεκουραστούν, μακριά από τη ζέστη και την υγρασία, μέχρι να τα πάρω για το επόμενο στάδιο. Το 2019 άφησα μια στοίβα χαρτόνι στο πάτωμα του μπάνιου μέσα σε νάιλον σακούλα, τράβηξε υγρασία, φούσκωσε και δεν ξανακόλλησε, μάθημα που κρατάω ζωντανό κάθε φορά που ανοίγω το πινέλο. Το δωμάτιό μου με έμαθε πως η κόλληση θέλει χρόνο που κανένας δεν μου χαρίζει, μόνο εγώ τον δίνω μετρώντας τον Αύγουστο σε μέρες.

Το όριο της κόλλας και πού σταματάω

Η κόλλα έχει ένα όριο που δεν το περνάω ποτέ, και αυτό είναι πως δεν βάζω ποτέ παραπάνω απ' όσο χρειάζεται η ράχη για να κρατήσει, γιατί το παραπάνω την κάνει πέτρα. Στο δωμάτιο των έξι τετραγώνων έμαθα να σταματάω εκεί που το χαρτί νιώθει ακόμα μαλακό και να μην το πιέζω με το μάτι, αλλά με την παλάμη που ξέρει τη διαφορά. Αν η ράχη βγει πιο χοντρή από το εξώφυλλο, το βιβλίο δεν κλείνει, και τότε δεν υπάρχει γυρισμός παρά μόνο ξήλωμα.

Το παζάρι της Κυριακής μου δίνει παλιά βιβλία που τα κοιτάζω πριν τα αγοράσω αν η ράχη τους είναι ραγισμένη ή σκληρή, γιατί από εκεί έμαθα τι δουλεύει και τι έχει χαλάσει. Ό,τι έχει αξία για κάποιον άλλον δεν το πειράζω, το στέλνω σε συντηρητή, γιατί εγώ κολλάω μόνο τα δικά μου και ό,τι βρίσκω φθηνά στο παζάρι. Η κόλληση είναι η τελευταία μου πράξη πριν το βιβλίο πάει στο ράφι, και την κάνω αργά, με το ίδιο λεπτό χέρι που ξεκίνησα το 2013.